ΜονΠρΘεσ 13308/2013
Δικαστής: Ελισάβετ Κούτρα.
Δικηγόροι: Αλ. Παπαδόπουλος, Β. Ζαλίδα, Αρ. Γκέρδης, Χ. – Δ. Σαραντίδου.
(57, 281, 288, 300, 914, 932 ΑΚ)
Αδικοπραξία: Προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και σε περίπτωση αμέλειας, η παράνομη συμπεριφορά έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ παράνομης συμπεριφοράς και ζημίας’ ειδικότερα, η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται, όχι μόνο σε θετική ενέργεια, αλλά και σε παράλειψη νόμιμης οφειλόμενης ενέργει- ας’ τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει από δικαιοπραξία, από ειδική διάταξη νόμου ή από την αρχή της καλής πίστης’ η καλή πίστη επιβάλλει, σε περίπτωση που κάποιος δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση από την οποία μπορεί να επέλθει ζημία σε τρίτους, να λάβει κάθε πρόσφορο μέτρο για την προστασία τους.
Ψυχική οδύνη: ποιοί περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος’ προϋποθέσεις και κριτήρια επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.
Απόθεση παροπλισμένου τροχαίου υλικού σε ανενεργό σιδηροδρομικό σταθμό, στον οποίο υπήρχε εύκολη πρό- σβαση’ ύπαρξη ακόμη και πάνω από παροπλισμένα βαγόνια αγωγών ηλεκτροδότησης, από τους οποίους διερχόταν ρεύμα υψηλής τάσης’ τα περισσότερα βαγόνια έφεραν προειδοποιητικές πινακίδες, αλλά ήταν μικρού μεγέθους και ξεθωριασμένες’ θάνατος από ηλεκτροπληξία ερασιτέχνη φωτογράφου που επιχείρησε να ανέβει στην οροφή ενός βαγονιού.
Ο παροπλισμός του τροχαίου υλικού δεν δημιουργεί υποχρέωση του Ο.Σ.Ε. να αφαιρέσει απ’ αυτό τις σκάλες,
αφού αποτελούν αναγκαίο τμήμα των βαγονιών τα οποία διατηρούνται στην κατάσταση αυτή μέχρι να απαιτηθεί η επαναλειτουργία τους’ η διέλευση συρμών μέσα από το σταθμό και η ύπαρξη ισόπεδης διάβασης στην περιοχή των γραμμών δεν επιτρέπουν αντικειμενικά την περίφραξη του κλειστού σταθμού κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλειστεί παντελώς η πρόσβαση σ’ αυτόν’ δεν μπορεί να απαιτηθεί από τον Ο.Σ.Ε. η φύλαξη του κλειστού σταθμού από ανθρώπινο δυναμικό, διότι με τη συλλογιστική αυτή παρόμοια φύλαξη θα έπρεπε να υπάρχει σε όλους τους σταθμούς και τις γραμμές του δικτύου.
Ευθύνη του Ο.Σ.Ε. για ανεπαρκή σήμανση στις κολώνες και τα βαγόνια, καθώς δεν προειδοποιούσε ότι υπήρχε κίνδυνος ηλεκτροπληξίας, όχι μόνο σε περίπτωση επαφής με τους αγωγούς υψηλής τάσης, αλλά και από απόσταση με τη δημιουργία ηλεκτρικού τόξου’ η ύπαρξη αγωγών υψηλής τάσης πάνω από παροπλισμένα βαγόνια επέβαλε στον Ο.Σ.Ε. να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή ατυχημάτων, καθώς η εικόνα εγκατάλειψης του σταθμού δημιουργούσε την εντύπωση ότι οι γραμμές δεν ηλεκτροδοτούνταν’ συνυπατιότητα του θύματος, το οποίο επιχείρησε να αναρριχηθεί στο παροπλισμένο βαγόνι χωρίς να καταβάλει τη δέουσα προσοχή κα επιμέλεια για να διακριβώσει αν διέρχονταν ρεύμα από τους υπερκείμενους αγωγούς.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη. Ο χαρακτηρισμός μιας παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει από δικαιοπραξία, οπότε μάλιστα μπορεί να συρρέουν αδικοπρακτική και δικαιοπρακτική ευθύνη, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή που απορρέει ιδίως από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, ήτοι από την αρχή της καλής πίστης, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, η οποία αρχή ειδικότερα, σε περίπτωση που κάποιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση ή κατάσταση δυσχέρειας σε άλλον, εκ της οποί- ας μπορούσε να προέλθει ζημία σ’ αυτόν, επιβάλλει σε εκείνον θετική ενέργεια προς αποτροπή της ζημίας αυτού, ήτοι του επιβάλλει την υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο για την προστασία των τρίτων (βλ. ΑΠ 1302/2011, ΑΠ 821/2004 ΕλλΔ- νη 45.1600, ΑΠ 50/2002 ΕλλΔνη 43.701, ΑΠ 1454/2001 ΕλλΔνη 43.1614, ΑΠ 906/2001 ΕλλΔνη 44.122, ΑΠ 355/2001 ΧρΙΔ 2001.419). Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και επελθούσας ζημίας υπάρχει, όταν η συμπεριφορά του υπαιτίου, στο χρόνο και υπό τις περιστάσεις που έλαβε χώρα, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 798/2012 Νόμος, ΑΠ 788/2010 Νόμος, ΑΠ 1653/2001 ΕλλΔνη 43.1030). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τα πραγματικά περιστατικά που οι διάδικοι έθεσαν υπόψη του, μπορεί να επιδικάσει, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στην οικογένεια του θύματος. Στην ανωτέρω διάταξη δεν γίνεται προσδιορισμός του όρου «οικογένεια», προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια του θεσμού, ο οποίος υφίσταται αναγκαίως από τη φύση του τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθή έννοια αυτής, που απορρέει από τον σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεδεμένοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από τη απώλειά του και προς ανακούφιση του πόνου των οποίων στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά. Έτσι, ως οικογένεια νοούνται κατά πρώτον τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 57 εδ. β’ ΑΚ, δηλαδή ο σύζυγος, οι κατιόντες, οι ανιόντες και οι αδελφοί του θύματος. Αυτονόητη προϋπόθεση για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης είναι πάντοτε η απόδειξη ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση μεταξύ του ενδιαφερομένου προσώπου και του θανα- τωθέντος υπήρχαν αισθήματα αγάπης και στοργής και ότι επομένως το πρόσωπο αυτό υπέστη πράγματι ψυχική οδύνη από την απώλεια του προσφιλούς προσώπου (ΟλΑΠ 21/2000 ΝοΒ 49.599, ΑΠ 434/2005 ΕλλΔνη 46.1060, ΑΠ 1071/2002 Νόμος). Μεταξύ των κριτηρίων που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη, το τυχόν οικείο πταίσμα του παθόντος, το είδος και οι συνέπειες της γενόμενης προσβολής, η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, οι λοιπές προσωπικές σχέσεις των μερών και η συμπεριφορά του υπευθύνου μετά την αδικοπραξία (ΑΠ 919/2011 Νόμος, ΑΠ 1003/1999 ΕλλΔνη 40.1705, ΑΠ 350/1999 ΕλλΔνη 40.1515, ΑΠ 962/1993 ΕλλΔνη 36.122). Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, οι οποίες περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τα νομίμως και με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, άλλα εκ των οποίων λαμ- βάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 339 σε συνδυασμό προς 395 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και όλα τα έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής διαδικασίας, η τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονος που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελίας του Α.Τ. Σίνδου και η τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης της εταιρίας πραγματογνωμόνων που συντάχθηκε για λογαριασμό και κατ’ εντολή των εναγό- ντων, από τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αρ. 3, 445, 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος Α.Ε.» διαθέτει, μεταξύ άλλων, εγκαταστάσεις στη Γέφυρα Θεσσαλονίκης σε έκταση επιφάνειας πολλών στρεμμάτων, στις οποίες υφίσταται σύμπλεγμα δέκα σιδηροδρομικών γραμμών. Στις ενλόγω εγκαταστάσεις υπάρχει Σιδηροδρομικός Σταθμός, ο οποίος εδώ και πολλά έτη είναι κλειστός, χωρίς την παρουσία προσωπικού, μόνο δε από τις τέσσερεις από τις σιδηροδρομικές γραμμές του διέρχονται εμπορικές αμαξοστοιχίες, που διενεργούν δρομολόγια από και προς την Ευρώπη, ενώ σε όλες τις υπόλοιπες εδώ και δεκαπέντε περίπου έτη δεν διέρχονται δρομολόγια, αλλά βρίσκονται σταθμευμένα και παροπλισμένα παλαιά βαγόνια μεταφοράς εμπορευμάτων της πρώτης εναγομένης, ηλικίας ακόμη και σαράντα ετών, ακόμη και σκουριασμένα, χωρίς να κινούνται, να χρησιμοποιούνται ή να συντηρούνται, εκτεινόμενα σε μήκος 600 περίπου μέτρων, λόγω της πτώσης της εμπορικής κίνησης και της ζήτησης. Η πρόσβαση στον ενλόγω χώρο είναι εύκολη, καθόσον από την πλευρά αυτής που υφί- στανται κατοικίες του χωριού Γέφυρα έχει μεν περί- φραξη, η οποία όμως είναι κατεστραμμένη σε ορισμένα σημεία, ενώ από την αντίθετη πλευρά που ο χώρος εφάπτεται με παράπλευρη ασφαλτοστρωμένη οδό δεν διαθέτει καμία περίφραξη. Άνωθεν των σιδηροδρομικών γραμμών σε ύψος 5,75 μέτρων διέρχονται οι γραμμές ηλεκτροδότησης των συρμών της, οι οποίες ηλεκτροδοτούνται με αγωγούς υψηλής τάσης (25.000 V), ακόμη δε και άνω των σιδηροδρομικών γραμμών που δεν χρησιμοποιούνται, αλλά είναι κατειλημμένες από τα παροπλισμένα βαγόνια. Οι κολώνες παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος βρίσκονται εντός του άνω χώρου σε απόσταση 60 μέτρων η μια οπό την άλλη και φέρουν στο σώμα τους προειδοποιητική επιγραφή «ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΥΨΗΛΗ ΤΑΣΙΣ – ΟΣΕ», που συνοδεύεται από ανάλογη προειδοποιητική σήμανση με το σήμα του κεραυνού, σε πινακίδια διαστάσεων 12 Χ 6 εκατοστών, τα οποία είναι ξεθωριασμένα και όχι εύκολα ορατά από απόσταση και υπό συνθήκες έλλειψης φωτισμού, καθώς και ακανθωτή στεφάνη σε ύψος περίπου τριών μέτρων από τη βάση τους, για τον αποκλεισμό πρόσβασης οποιουδήποτε στο ύψος των ρευματοφόρων αγωγών. Επίσης τα περισσότερα βαγόνια, τα οποία διαθέτουν μεταλλικές σκάλες που οδηγούν στην οροφή τους, φέρουν σήμα προειδοποίησης κινδύνου υψηλής τάσης, το οποίο ωστόσο ομοίως είναι μικρού μεγέθους και ξεθωριασμένο. Λόγω της μη λειτουργίας του Σιδηροδρομικού Σταθμού επί δεκαπέντε περίπου έτη και της εύκολης πρόσβασης σ’ αυτόν, ο χώρος γίνεται συχνά προορισμός και τόπος επίσκεψης από τρίτους, τόσο από χρήστες ναρκωτικών ουσιών και αστέγους, όσο και από παρέες, που τον επιλέγουν για βόλτα ή λήψη φωτογραφιών. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι στις 2.9.2011 και περί ώρα 19:30′, ο Γ.Α., ηλικίας 22 ετών, υιός του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων, αδελφός της τρίτης ενάγου- σας και εγγονός του τέταρτου, της πέμπτης και του έκτου των εναγόντων, όπως δεν αμφισβητείται, έχοντας σκοπό να λάβει μέρος σε έκθεση φωτογραφίας και μαθαίνοντας για τον παραπάνω χώρο από τον φίλο του μετέβη με το αυτοκίνητό του και συνοδευόμενος από παρέα τεσσάρων ακόμη ατόμων, στον ενλόγω σιδηροδρομικό σταθμό, προκειμένου να προβεί στη λήψη καλλιτεχνικών φωτογραφιών. Αφού προσέγγισαν τον χώρο από την πλευρά αυτού που δεν ήταν περιφραγμένη, στάθμευσαν το αυτοκίνητο ακριβώς έξω από αυτόν, εισήλθαν σ’ αυτόν κάθετα στις γραμμές και κινούνταν ανενόχλητοι εντός των γραμμών, επί των οποίων ήταν ακινητοποιημένα τα παροπλισμένα βαγόνια, τραβώντας φωτογραφίες. Περί ώρα 20:00′ ο συγγενής των εναγό- ντων αποφάσισε να ανέβει στην οροφή ενός βαγονιού, ώστε να τραβήξει φωτογραφίες πανοραμικές του χώρου και της περιοχής, θεωρώντας ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος από την ενέργειά του. Πράγματι χρησιμοποιώντας τη μεταλλική σκάλα αυτού, ανέβηκε στο βαγόνι με αριθμό 1990103-7, μήκους 14 μέτρων, πλάτους 2,6 μέτρων και ύψους 4,1 μέτρων, που βρισκόταν στην 7η γραμμή του σταθμού, πάνω από το οποίο διέρχονταν, κατά τα ανωτέρω, ηλεκτροφόροι αγωγοί και το οποίο βρισκόταν στο μέσο περίπου της απόστασης μεταξύ δύο κολωνών ηλεκτροδότησης, ήτοι σε απόσταση περίπου 30 μέτρων από κάθε μια εξ αυτών. Ωστόσο, μόλις πάτησε στην οροφή αυτού και κατά την κίνησή του να σηκωθεί όρθιος, από την προσέγγιση ήδη με το κεφάλι του στον υπό τάση αγωγό, που βρισκόταν σε απόσταση 1,67 μέτρων από την οροφή του βαγονιού, δημιουργήθη- κε βολταϊκό τόξο και διέρρευσε ηλεκτρικό φορτίο μέσω του σώματος του, ήτοι υπέστη ηλεκτροπληξία και επέπεσε από την οροφή του βαγονιού στο έδαφος, από απόσταση περίπου 5 μέτρων. Ήταν δε τόσο ισχυρό το ρεύμα που δέχθηκε, ώστε στα σημεία της οροφής όπου βρίσκονταν τα πόδια του δημιουργήθηκαν οπές και προκλήθηκε ακαριαία ο θάνατός του. Ως προς τη δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «ΤΡΑΙΝΟΣΕ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ – ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΙΒΑΤΩΝ ΚΑΙ ΦΟΡΤΙΟΥ Α.Ε.», στην οποία οι ενάγοντες αποδίδουν την έλλειψη συντήρησης των βαγονιών και κατάλληλης σήμανσης αυτών, προκύπτουν τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 3891/2010 «Αναδιάρθρωση, εξυγίανση και ανάπτυξη του ομίλου ΟΣΕ και της ΤΡΑΙΝΟΣΕ και άλλες διατάξεις για το σιδηροδρομικό τομέα», με το οποίο αντικαταστάθηκαν υφιστάμενες διατάξεις, ο ΟΣΕ ασκεί καθήκοντα διαχειριστή της Εθνικής Σιδηροδρομικής Υποδομής, όπως αυτή ορίζεται στην περίπτωση 16 του άρθρου 2 του π.δ. 41/2005, ενώ στις αρμοδιότητές του περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι υπηρεσίες επισκευής, ανακατασκευής και συντήρησης τροχαίου και λοιπού σιδηροδρομικού υλικού. Εξάλλου η δεύτερη εναγομένη ιδρύθηκε από τον ΟΣΕ με βάση τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 περ. στ’ του ν.δ. 674/1970 και ήδη ανήκει στο Δημόσιο (άρθρο 2 παρ. 1γ του ν. 3891/2010, Α’ 188), όπως δε προκύπτει από το άρθρο 7 του ν. 3891/2010, σκοπός της εταιρίας είναι, μεταξύ άλλων, η παροχή υπηρεσιών έλξης για τη σιδηροδρομική μεταφορά εμπορευμάτων και επιβατών, η ανάπτυξη, οργάνωση και εκμετάλλευση αστικών, προα- στιακών, περιφερειακών, υπεραστικών και διεθνών επιβατικών και εμπορευματικών σιδηροδρομικών μεταφορών, καθώς και μεταφορών πάσης φύσεως με συστήματα σταθερής τροχιάς, η ανάπτυξη, οργάνωση και εκμετάλλευση αστικών, προαστιακών, περιφερειακών, υπεραστικών και διεθνών λεωφορειακών επιβατικών και εμπορευματικών μεταφορών, στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή, η οργάνωση και λειτουργία εργασιών κατασκευής, επισκευής και συντήρησης του τροχαίου υλικού. Σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 3 του ίδιου νόμου, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η ΤΡΑΙΝΟΣΕ αναθέτει στον ΟΣΕ τη μηχανοστασιακή και εργοστασιακή συντήρηση του τροχαίου υλικού, με βάση σύμβαση η οποία θα περιλαμβάνει τις αρχές χρέωσης που ανα- φέρονται στην παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου. Η σύμβαση αυτή θα έχει διετή διάρκεια με δυνατότητα παράτασης για ένα έτος. Κατά το διάστημα αυτό η ΤΡΑΙΝΟΣΕ θα διερευνήσει τις δυνατότητες της αγοράς ως προς τη μηχανοστασιακή και εργοστασιακή συντήρηση του τροχαίου υλικού και αναλόγως θα διενεργήσει διαγωνιστική διαδικασία για την ανάθεση του έργου αυτού. Περαιτέρω, σύμφωνα με το από 14.1.2011 Σχέδιο Σύμβασης Μίσθωσης Τροχαίου Υλικού μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης των εναγόμενων, το οποίο εγκρίθηκε και εφαρμόζεται δυνάμει των υπ’ αριθμ. …/4.2.2011 και …/4.2.2011, αντίστοιχα, αποφάσεων των Διοικητικών τους Συμβουλίων, η δεύτερη εναγομένη μίσθωσε για χρονικό διάστημα δύο ετών συγκεκριμένο τροχαίο υλικό από την πρώτη εναγομένη, το οποίο περιγράφεται στο Παράρτημα της ενλόγω σύμβασης, έναντι ανταλλάγματος, με σκοπό να το χρησιμοποιεί και να το εκμεταλλεύεται εμπορικά για την εκτέλεση δρομολογίων, η δε πρώτη εναγομένη ανέλαβε τη συντήρηση και επισκευή αυτού, σύμφωνα και με την από 4.4.2011 σύμβαση συντήρησης τροχαίου υλικού που καταρτίστηκε μεταξύ των άνω μερών. Σε κάθε περίπτωση, το συγκεκριμένο βαγόνι, στο οποίο επεχείρησε να ανέλθει ο θανών, δεν ανήκει στο μισθωμένο από τη δεύτερη εναγομένη τροχαίο υλικό. Επομένως η δεύτερη εναγομένη δεν είχε ευθύνη για τη συντήρηση αυτού και για τη σήμανσή του, ούτε άλλωστε ευθύνεται για την τοποθέτησή του στον συγκεκριμένο σιδηροδρομικό σταθμό, η οποία έγινε με ευθύνη και δικαίωμα της πρώτης εναγομένης. Επομένως, ως προς αυτή η αγωγή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι για τον θάνατο του άνω συγγενούς τους ευθύνεται η πρώτη εναγομένη, κατ’ εκτίμηση των ισχυρισμών τους, διότι: α) δεν μερίμνησε για την περίφραξη, αλλά και την επίβλεψη του χώρου, ώστε να μην είναι προσιτός και ελεύθερα προσβάσιμος από τρίτα πρόσωπα, μη εξουσιοδοτημένα, β) δεν μερίμνησε για την ορθή και επαρκή σήμανση του χώρου, ώστε να προειδοποιεί για τους επικείμενους κινδύνους, ιδίως δε από τον κίνδυνο ηλεκτροπληξίας ακόμη και από απόσταση, χωρίς δηλαδή να υπάρξει άμεση επαφή με καλώδια, λόγω της υψηλής τάσης, γ) ενώ διατηρούσε τον ενλόγω σταθμό της Γέφυρας κλειστό επί πολλά έτη με την τοποθέτηση παροπλισμένων βαγονιών, δημιουργώντας την εντύπωση ότι δεν ηλεκτροδοτείται, διατηρούσε ηλεκτροδοτούμενους τους αγωγούς πάνω από τα εγκαταλελειμμένα βαγόνια, υποβαθμίζοντας τη σοβαρότητα των κινδύνων που ελλοχεύουν, δ) διατηρούσε σκάλες στα βαγόνια, οι οποίες δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό, καθιστούν ωστόσο ελεύθερη την πρόσβαση στην οροφή αυτών. Σε σχέση με τα τιθέμενα κρίσιμα εν προκειμένω ζητήματα, προέ- κυψαν, από τα ως ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, τα ακόλουθα: Η πρώτη εναγομένη διατηρεί επί δεκαπέντε περίπου έτη πολλά παροπλισμένα βαγόνια της στις σιδηροδρομικές γραμμές του κλειστού Σιδηροδρομικού Σταθμού της Γέφυρας, όπου έλαβε χώρα το ένδικο περιστατικό, σε κατάσταση αναμονής και χωρίς να προβαίνει σε συντήρησή τους, λόγω μείωσης της εμπορικής κίνησης. Η τοποθέτησή τους στις άνω εγκαταστάσεις της αποτελεί δικαίωμά της, ενώ η ύπαρξη τάσης στους αγωγούς πάνω από αυτά συνδέεται αφενός με λόγους ασφαλείας για τις σιδηροδρομικές γραμμές που διέρχονται από τον Σταθμό και χρησιμοποιούνται για διέλευση δρομολογίων, αλλά και με το γεγονός ότι είναι δυνατόν να χρειαστεί ορισμένη στιγμή η θέση κάποιου ή κάποιων από αυτά σε κίνηση, για τις ανάγκες του σκοπού της. Τα περισσότερα από τα παροπλισμένα βαγόνια διαθέτουν μεταλλική σκάλα, η οποία ξεκινά από απόσταση περίπου ενός μέτρου από το έδαφος, με σκοπό να χρησιμοποιείται από το προσωπικό της πρώτης εναγομένης κατά την εκτέλεση εργασιών σ’ αυτά. Επομένως αυτές αποτελούν αναγκαίο τμήμα των βαγο- νιών, το γεγονός δε ότι τα συγκεκριμένα βαγόνια είναι παροπλισμένα δεν δημιουργεί υποχρέωση της πρώτης εναγομένης για αφαίρεσή τους, η οποία προφανώς θα έχει και οικονομικό κόστος, αφού αυτή τα διατηρεί στις ενλόγω εγκαταστάσεις της με σκοπό, εφόσον απαιτη- θεί, την επαναλειτουργία τους μετα την αναγκαία συντήρηση. Επομένως η διατήρησή τους δεν συνιστά παράνομη ενέργεια ούτε συνιστά αμελή συμπεριφορά αυτής. Περαιτέρω, από την πλευρά του Σταθμού όπου υφίστανται κατοικίες, υπάρχει περίφραξη η οποία δηλώνει ότι πρόκειται για χώρο ιδιωτικό, ενώ από την αντίθετη πλευρά του, από την οποία εφάπτεται με παράπλευρη οδό, πράγματι δεν υφίσταται περίφραξη και η έλλειψη αυτής καθιστά εύκολη την πρόσβαση σ’ αυτόν. Ωστόσο, δεν είναι αντικειμενικά δυνατή η περίφρα- ξη του σταθμού με τρόπο ώστε να αποκλειστεί παντελώς η πρόσβαση σ’ αυτόν οποιουδήποτε τρίτου, ενόψει της διαμόρφωσης και χρήσης αυτού, της διέλευσης συρμών, αλλά και της ύπαρξης ισόπεδης διάβασης στην περιοχή των γραμμών. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν η πρώτη εναγομένη προέβαινε σε περίφραξη κατά μήκος και της πλευράς αυτής, τούτο δεν θα αποτελού- σε μέσο πρόσφορο για την αποτροπή τρίτων να εισέλ- θουν στις εγκαταστάσεις της, όπως συνάγεται από το γεγονός ότι και η υπάρχουσα περίφραξη στην αντίθετη πλευρά εδώ και χρόνια καταστρέφεται από τρίτους σε διάφορα σημεία, ώστε να καθίσταται δυνατή η πρόσβαση σ’ αυτές ή η διέλευση των περιοίκων μέσω αυτών, προκειμένου να μεταβαίνουν στην απέναντι πλευρά. Χαρακτηριστικό προς τούτο είναι και το από 12.11.2009 έγγραφο του τότε Εθνικού Διαχειριστή Σιδηροδρομική Υποδομής (ΕΔΙΣΥ Α.Ε.) προς το Δημοτικό Διαμέρισμα Γέφυρας του Δήμου Αθανασίου, στο οποίο αναφέρεται ότι άγνωστοι έχουν καταστρέψει κατ’ επανάληψη την περίφραξη και παρά την αποκατάστασή της μέσα σε λιγότερο από μια εβδομάδα την κατέστρεψαν και πάλι, προκειμένου να έχουν δίοδο. Εξάλλου ούτε μπορεί να αξιωθεί από την πρώτη εναγομένη σύμφωνα με την καλή πίστη, η φύλαξη των άνω εγκαταστάσεών της, δεκάδων στρεμμάτων, από ανθρώπινο δυναμικό, με σκοπό την αποτροπή τρίτων να εισέρχονται σ’ αυτές. Με τη συλλογιστική αυτή, φύλαξη του χώρου με την τοποθέτηση φυλάκων αρκετών ώστε να προβαίνουν σε αποτελεσματική περιφρούρηση, θα έπρεπε να υπάρχει για το σύνολο των σιδηροδρομικών σταθμών της χώρας, αλλά και όλων των σιδηροδρομικών γραμμών που τη διατρέχουν, αφού και αυτά τα σημεία, στα οποία δεν μπορεί να αποκλεισθεί η πρόσβαση ατόμων, είναι εν δυνάμει επικίνδυνα, πλην όμως, ιδίως εφόσον κατά τα λοιπά τηρούνται από την πρώτη εναγομένη οι προβλεπόμενες προδιαγραφές και οι ισχύοντες κανονισμοί ασφάλειας, δεν είναι δυνατόν να αξιωθεί από αυτή κάτι τέτοιο, το οποίο, πλην άλλων, θα απαιτούσε υπερβολική δύναμη προσωπικού και θα δημιουργούσε δυσβάστακτο οικονομικό βάρος, το οποίο θα δυσχέραινε ή και θα αναιρούσε τη δυνατότητά της να λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Ωστόσο, πέραν των ανωτέρω, προκύπτει ότι η σήμανση του χώρου ήταν ελλιπής και όχι αρκετή, ώστε να προειδοποιεί τους διερχόμενους από επικείμενους κινδύνους και ιδίως από τους κινδύνους ηλεκτροπληξίας που υπάρχουν από τις κολώνες ηλεκτροδότησης και τους αγωγούς υψηλής τάσης, που διέρχονται πάνω από τα βαγόνια. Συγκεκριμένα, πέρα από το σημείο εισόδου στο σταθμό, η πρώτη εναγόμενη προέβη στην τοποθέτηση σήμανσης επί των στύλων στήριξης των αγωγών ηλεκτροδότησης και ειδικότερα κάθε μια εξ αυτών φέρει προειδοποιητική επιγραφή «ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΥΨΗΛΗ ΤΑΣΙΣ – ΟΣΕ», που συνοδεύεται από προειδοποιητική σήμανση με κεραυνό. Ωστόσο, οι ενλόγω επιγραφές αφενός είναι ξεθωριασμένες, αφετέρου είναι ιδιαίτερα μικρές, διαστάσεων 12 Χ 6 εκατοστών, με αποτέλεσμα να είναι ορατές μόνο από απόσταση δύο μέτρων και υπό συνθήκες φωτισμού. Ενόψει δε και του ότι η απόσταση μεταξύ των κολονών είναι 60 μέτρα, οι ενλόγω σημάνσεις δεν είναι αρκετές και ικανές, ώστε να γίνουν αντιληπτές από τους εισερχόμενους στον χώρο, οι οποίοι διασχίζοντας κάθετα αυτόν είναι πιθανόν να μη προσεγγίσουν καμία από τις κολώνες στήριξης, όπως συνέβη και στην προκείμενη περίπτωση, κατά την οποία ο θανών με την παρέα του εισήλθαν στον χώρο την ώρα της δύσης του ηλίου και κάθετα σχεδόν στις γραμμές και δεν προκύπτει ότι πλησίασαν σε κάποια κολώνα, αφού και το σημείο, όπου έλαβε χώρο το ένδικο συμβάν απείχε περί τα 30 μέτρα από τις πλησιέστερες κολώνες. Επιπλέον η σήμανση αυτή δεν ήταν αρκετή, καθόσον αν και ανέφερε ότι υπάρχει υψηλή τάση, δεν προειδοποιούσε και ότι εξ αυτής υπάρχει κίνδυνος ηλεκτροπληξίας όχι μόνο με άμεση επαφή με αγωγό, αλλά ακόμη και από απόσταση, με τη δημιουργία ηλεκτρικού τόξου κατά την προσέγγιση απλώς στον αγωγό, όπως συνέβη και στην παρούσα περίπτωση. Περαιτέρω, τα περισσότερα από τα παροπλισμένα βαγόνια επίσης έφεραν πινακίδια με σήμανση για την προειδοποίηση από τον κίνδυνο υψηλής τάσης, ωστόσο και αυτά ήταν ξεθωριασμένα και μη εύκολα ορατά. Ειδικά όμως στο υπ’ αριθμ. 1990103-7 βαγόνι, στο οποίο αναρριχήθηκε ο θανών, δεν υπήρχε σχετικό πινακίδιο, αλλά ένας μικρός λευκός κεραυνός ζωγραφισμένος απευθείας πάνω στο βαγόνι, πίσω από τη μεταλλική του σκάλα, ο οποίος δεν έδινε την εικόνα επίσημου προειδοποιητικού σήματος. Εξάλλου, την υποχρέωση της πρώτης εναγομένης για την κατάλληλη και αυξημένη σήμανση του χώρου στα πλαίσια λήψης μέτρων ασφαλείας για την αποφυγή ατυχημάτων από ηλεκτροπληξία εντός των εγκαταστάσεων της, επέτασσε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, όχι μόνο ο κανονισμός της και οι υπάρχουσες εθνικές διατάξεις, στις οποίες έχουν ενσωματωθεί και οι σχετικές κοινοτικές οδηγίες για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων, αλλά και η καλή πίστη, αφού δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση. Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη γνώριζε ότι ο συγκεκριμένος κλειστός σιδηροδρομικός σταθμός – παρά το ότι από αυτόν διέρχονται ορισμένες εμπορικές αμαξοστοιχίες από τέσσερεις γραμμές του – με την έλλειψη προσωπικού, τον παροπλισμό στις περισσότερες γραμμές επί δεκαπέντε περίπου έτη πλειάδας παλαιών και σκουριασμένων βαγονιών σε μήκος 600 μέτρων, αλλά και τη μη συντήρηση της σήμανσης, δημιουργούσε στους τρίτους, ακόμη και περιοίκους, εικόνα εγκατάλειψης, με συνέπεια ο χώρος αυτός να χαρακτηρίζεται από τους περιοίκους ως «νεκροταφείο βαγονιών». Εξάλλου, λόγω της εικόνας εγκατάλειψης, είναι γνωστό στην πρώτη εναγομένη ότι στις ενλόγω εγκαταστάσεις της εισέρχονται καθημερινά τρίτοι, περίοικοι και μη, είτε για εξεύρεση στέγης είτε για αναψυχή, είτε ακόμη και για απόσπαση μεταλλικών εξαρτημάτων των βαγονιών της, τους οποίους δεν προκύπτει ότι επιχειρεί να απομακρύ- νει, ούτε ότι έχει τη δυνατότητα να το πράξει, ενόψει και της αδυναμίας κατά τα ανωτέρω φύλαξης της ενλό- γω έκτασης. Άλλωστε ακόμη και οι κάτοικοι της περιοχής χρησιμοποιούν τα ανοίγματα στην περίφραξη από την πλευρά του χωριού Γέφυρα, ώστε να μεταβαίνουν στην αντίθετη πλευρά διασχίζοντας τις εγκαταστάσεις της, χωρίς να προκύπτει επίσης ότι ενοχλήθηκαν ποτέ από την πρώτη εναγομένη. Η διαμορφωθείσα κατάσταση ήταν ικανή να δημιουργήσει την εντύπωση στον μέσο άνθρωπο ότι δεν ηλεκτροδοτούνται οι γραμμές, επί των οποίων ήταν τοποθετημένοι επί πολλά έτη οι παροπλισμένοι συρμοί και, επομένως, έπρεπε να υπάρχει νέα σαφής σήμανση, τόσο για την ύπαρξη τάσης στους αγωγούς που διέρχονται άνωθεν των παροπλισμένων βαγονιών, όσο και για τον κίνδυνο ηλεκτροπληξίας ακόμη και σε προσέγγιση των ηλεκτροφόρων αγωγών και όχι μόνο από επαφή με αυτούς. Η δε ενημέρωση που ισχυρίζεται η πρώτη εναγομένη ότι έλαβε χώρα στους κατοίκους και τα σχολεία της περιοχής για την ηλεκτροδότηση του συγκεκριμένου σταθμού και τους υπάρχοντες κινδύνους αφορά το έτος 1999, οπότε και είχε ξεκινήσει η ηλεκτροδότησή του και όχι πρόσφατο χρόνο. Η συμπεριφορά της δε αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα και τον θάνατο του, αφού οι παραλείψεις της, ήτοι η μη λήψη των κατάλληλων προειδοποιητικών μέτρων, ήταν ικανές κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να προκαλέσουν το ζημιογόνο αποτέλεσμα και επέφεραν αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού ο θανών, εξαιτίας αυτών, δεν απετράπη από το να ει- σέλθει στις εγκαταστάσεις της, να κινηθεί εντός αυτών και να επιχειρήσει να ανέλθει στην οροφή ενός εκ των εγκαταλελειμμένων βαγονιών, πιστεύοντας ότι δεν κινδυνεύει από ηλεκτροπληξία. Η δε αναρρίχηση του θα- νόντος στην οροφή του βαγονιού στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί γεγονός μη δυνάμενο να προβλεφθεί από μέσο συνετό άνθρωπο και εν προ- κειμένω από τα αρμόδια όργανα της πρώτης εναγομέ- νης, δεδομένου ότι: α) το ζημιογόνο συμβάν δεν έλαβε χώρα σε έναν εν λειτουργία σιδηροδρομικό σταθμό, αλλά σε σταθμό κλειστό, του οποίου οι εγκαταστάσεις ήταν γεμάτες από βαγόνια παροπλισμένα από δεκαπενταετίας, τα οποία διέθεταν σκάλα και ήταν κοινώς γνωστό ότι παραβιάζονταν από τρίτα πρόσωπα, τα οποία εισέρχονταν και κινούνταν εντός αυτών ανέλεγκτα και β) περιστατικό ηλεκτροπληξίας είχε λάβει χώρα στον ίδιο σταθμό και δύο χρόνια νωρίτερα, όπως προκύπτει από την από 8.9.2011 επιστολή του Προέδρου της Δημοτικής Κοινότητας Γέφυρας προς την πρώτη εναγομένη, με την οποία ζητά τη συνεργασία της για εξεύρεση λύσεων προς το σκοπό αποτροπής παρόμοιων νέων ατυχημάτων. Επομένως, βάσει των παραπάνω, το ένδικο θανατηφόρο συμβάν προκλήθηκε καταρχάς από υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων της πρώτης εναγομένης. Ωστόσο, ανεξαρτήτως της ευθύνης αυτής, αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι μεγάλο βαθμό συνυπαιτιό- τητας στην επέλευση του ατυχήματος βαρύνει τον ίδιο τον θανόντα, ο οποίος αφενός παραβίασε τον άνω χώρο ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης, αφού εισήλ- θε σ’ αυτόν χωρίς να ενημερώσει τα αρμόδια όργανα αυτού ή να φροντίσει για τη λήψη σχετικής άδειας, το γεγονός δε ότι γνώριζε ότι εντός αυτού εισέρχονταν καθημερινά πολλά άτομα δεν αίρει την παραπάνω ευθύνη του, αφού και αυτά εισέρχονταν χωρίς να έχουν σχετικό δικαίωμα, αφετέρου επιχείρησε να αναρριχηθεί χωρίς δικαίωμα σε βαγόνι ιδιοκτησίας της πρώτης ενα- γομένης, χωρίς να καταβάλει τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, με αποτέλεσμα να υποστεί ηλεκτροπληξία, συνεπεία της οποίας επήλθε ακαριαία ο θάνατός του. Ειδικότερα, ενώ αντιλήφθηκε την ύπαρξη των ηλεκτρο- φόρων αγωγών πάνω από το βαγόνι, λόγω της προπε- ριγραφείσας εικόνας των εγκαταστάσεων πίστευε ότι αυτοί δεν είναι υπό τάση και έτσι επιχείρησε να αναρ- ριχηθεί σ’ αυτό. Ωστόσο δεν φρόντισε να βεβαιωθεί για τη μη ύπαρξη ηλεκτρικού ρεύματος, λόγου χάρη με πληροφόρηση από τους αρμόδιους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης, ως μέτρο προστασίας στο οποίο μπορούσε και όφειλε να προβεί ως ο συνήθης επιμελής άνθρωπος, ενόψει της επικινδυνότητας της ενέργειάς του, η οποία σε έναν ενήλικα είναι γνωστή από εμπειρία. Επομένως είναι και ο ίδιος ο θανών σε μεγάλο βαθμό συνυπαίτιος για το θανάσιμο τραυματισμό του, γε- νομένης εν μέρει δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης που προέβαλαν οι εναγόμενοι. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο πρώτος ενάγων ήταν πατέρας του θανόντος, η δεύτερη εξ αυτών μητέρα του, η τρίτη εξ αυτών αδελφή του, ο τέταρτος και έκτος εξ αυτών παππούδες του και η πέμπτη εξ αυτών γιαγιά του. Ο ως άνω θανών κατά το χρόνο θανάτου του ήταν 22 ετών, υγιής, με σοβαρό χαρακτήρα, ήταν φοιτητής, ενώ ασχολείτο ερασιτεχνικά με τη φωτογραφία, επιθυμώντας να συμμετάσχει και σε σχετική έκθεση. Διέμενε δε με τους γονείς και την αδελφή του στο Ν. Θεσσαλονίκης. Με όλους τους ανωτέρω συγγενείς του διατηρούσε σχέσεις αγάπης και στοργής. Ο αιφνίδιος θάνατός του κάτω από τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν προκάλεσε στους ενάγοντες βαρύτατο ψυχικό κλονισμό και τους δημιούργησε βαθύτατα συναισθήματα πόνου, θλίψης και οδύνης, που είναι δύσκολο να εξαλει- φθούν ολοσχερώς στο μέλλον. Επομένως, προς εξισορρόπηση της δυσμενούς αυτής κατάστασης και ανακούφισή τους από τη λύπη και τον πόνο, δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση, η οποία αποσκοπεί στην παροχή προς αυτούς των οικονομικών μέσων, που, σε ορισμένο βαθμό, είναι ικανά να συντελέσουν στην άρση των ηθικών συνεπειών της προσβολής που δέχθηκαν, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ηθική τους παρηγοριά και η ψυχική τους ανακούφιση. Το Δικαστήριο, λαμ- βάνοντας υπόψη το είδος της προσβολής και τις συνθήκες του ατυχήματος, τη διάρκεια και την ένταση της θλίψης και του ψυχικού άλγους καθενός των εναγόντων, το βαθμό συγγένειας καθενός εξ αυτών με τον θανόντα και το συναισθηματικό τους δεσμό, το βαθμό του πταίσματος των υποχρέων, το βαθμό συνυπαιτιότητας του θανόντος στο θανάσιμο τραυματισμό του, την ηλικία του θανόντος (22 ετών) και την κοινωνικοοικονομική θέση και κατάσταση των διαδίκων, καθορίζει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης των δικαιούχων στα εξής, εύλογα κατά την κρίση του, ποσά: 1) για καθέναν από τους πρώτο, δεύτερη και τρίτη των εναγόντων, γονέων και αδελφής αυτού, το ποσό των 40.000,00 ευρώ και 2) για καθέναν από τους τέταρτο, πέμπτη και έκτο των εναγόντων, παππούδων και γιαγιάς του, το ποσό των 15.000,00 ευρώ, στα οποία ποσά δεν περιλαμβάνονται τα ποσά που επιφυλάχθηκαν οι ενάγοντες να διεκδική- σουν για την ίδια αιτία παριστάμενοι ως πολιτικώς ενά- γοντες ενώπιον ποινικών δικαστηρίων.
[Η έννοια της παρανομίας, ως προϋπόθεσης για τη γέννηση αδικοπρακτικής ευθύνης, έχει διευρυνθεί σημαντικά με την παραδοχή ότι παράνομη συμπεριφορά συντρέχει και όταν δεν τηρείται η επιμέλεια που οφείλει να επιδεικνύει ο μέσος συνετός άνθρωπος για την ασφάλεια προσώπων και αγαθών με τα οποία μπορεί να έρθει σε επαφή λόγω της συμπεριφοράς του, ακόμη και αν δεν υπάρχει παράβαση ειδικά προβλεπόμενου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα (βλ. Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 2004, § 15 αρ. 39). Έτσι, μορφή παρανομίας αποτελεί και η «αμελής συμπεριφορά», η οποία εντοπίζεται στην παράβαση των κανόνων επιμέλειας, την τήρηση των οποίων επιβάλλουν η καλή πίστη και οι ανάγκες των σύγχρονων συναλλαγών. Η αμέλεια αυτή, ως μορφή παράνομης συμπεριφοράς, δεν πρέπει να συγχέεται με την αμέλεια ως βαθμίδα υπαίτιας συμπεριφοράς (Κορνηλάκης, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο Ι, 2012, § 83 αρ. 10). Η παραπάνω διεύρυνση της παράνομης συμπεριφοράς έχει ιδιαίτερη θεωρητική και πρακτική αξία, όταν η αδικοπρακτική συμπεριφορά συνίσταται σε παράλειψη. Στο πλαίσιο αυτό, παράνομη δεν είναι μόνο η παράλειψη ενέργειας που επιβάλλεται ρητά από διάταξη νόμου, αλλά και η παράλειψη κάποιου να λάβει τα κατάλληλα μέτρα προστασίας, όταν από δικές τους ενέργειες έχει δημιουργηθεί μία επικίνδυνη κατάσταση πρόσφορη να προξενήσει ζημία σε πρόσωπα ή πράγματα (ΑΠ 81/2013 ΔΕΕ 2013.506, ΑΠ 363/2012 ΕΕμπΔ 2012.927, ΑΠ 359/2011 Νόμος, ΑΠ 641/2011 ΧρΙΔ 2012.114, ΑΠ 1302/2011 ΕπισκΕΔ 2012.79, ΑΠ 1535/2011 Νόμος, ΑΠ 347/2010 ΝοΒ 2010.2247). Η εγκατάλειψη του σιδηροδρομικού σταθμού και η στάθμευση στις γραμμές του παροπλισμένου τροχαίου υλικού με την ταυτόχρονη, όμως, διατήρηση αγωγών υψηλής τάσης πάνω από το υλικό αυτό, δημιουργεί μία επικίνδυνη κατάσταση, καθώς όσοι διέρχονται από τον εγκαταλελειμμένο σταθμό σχηματίζουν την εντύπωση ότι δεν διατρέχουν κίνδυνο ηλεκτροπληξίας στις μη ενεργές γραμμές. Σε μία τέτοια περίπτωση, η εντύπωση που εύλογα αποκομίζει κανείς είναι ότι ρεύμα υψηλής τάσης υπάρχει μόνο στους αγωγούς που εξυπηρετούν τις γραμμές από τις οποίες διέρχονται (χωρίς να σταματήσουν στο σταθμό) οι συρμοί, ενώ στην πραγματικότητα ρεύμα υψηλής τάσης διέρχεται και από τους αγωγούς πάνω από τα παροπλισμένα βαγόνια. Για την αντιμετώπιση του κινδύνου αυτού, ίσως να μην αρκεί η σήμανση με ευδιάκριτες και σαφείς προειδοποιητικές πινακίδες, όπως δέχεται η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αλλά ενδεχόμενα απαιτείται και φύλαξη του χώρου με προσωπικό ασφα- λείας. Δεν χρειάζεται να τοποθετηθεί προσωπικό ασφαλείας σε όλο το σιδηροδρομικό δίκτυο και όλους τους σταθμούς, παρά μόνο σ’ εκείνους που δεν λειτουργούν πλέον και η συνύπαρξη παροπλισμένου τροχαίου υλικού και αγωγών υψηλής τάσης εγκυμονεί κινδύνους για όσους διέρχονται από τους σταθμούς αυτούς].
Α.Ν.Α.Λ

